Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Οι Οικονομικές Στρεβλώσεις

Τελευταία ενημέρωση : 05/02/2012
Οι επιπτώσεις που έχει η ανάδειξη της οικονομίας στον σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης των πολιτικών που εφαρμόζουν οι ηγεσίες του πλανήτη στην αρχή του εικοστού πρώτου αιώνα προτρέπει για μια διαφορετική θεώρηση των συνθήκών που διαμορφώνουν την σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα.
Η παρακολούθηση και ανάλυση των εξελίξεων στην παγκόσμια οικονομία προϋποθέτει την κατανόηση των δομών που την συγκροτούν, των μηχανισμών που την διαχειρίζονται και των συντελεστών που εμπλέκονται στην διαμόρφωση αυτών των εξελίξεων. Στοιχεία που σε γενικές γραμμές απουσιάζουν από την καθημερινότητα και το γνωστικό ενδιαφέρον της συντριπτικής πλειοψηφίας της ανθρωπότητας, καθώς σπάνια περιλαμβάνονται στην καθημερινή της ενημέρωση, αν και είναι περισσότερο από απαραίτητα για την κατανόηση της πραγματικότητας που βιώνει και την αξιολόγηση των ηγεσιών που εκλέγει για να διαχειριστούν τις τύχες της.
Ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή είναι μια απλή διατύπωση του τι πραγματικά προσδιορίζεται με την έννοια της «Οικονομίας» και ποιες είναι οι συνθήκες που διαμορφώνουν τα μεγέθη της.
Η έννοια της οικονομίας προσδιορίζει τις μεθόδους που αναπτύσσουν οι κοινωνίες ώστε να είναι σε θέση να διαχειριστούν αποτελεσματικά τις διαδικασίες παραγωγής και διανομής των αγαθών που χρειάζονται τα άτομα που τις συγκροτούν για να ικανοποιήσουν τις όποιες υλικές ή πνευματικές ανάγκες τους.
Η οικονομία εμφανίζεται σαν γνώση σχεδόν παράλληλα με την εμφάνιση των πρώτων οργανωμένων κοινωνιών. Η ανάδειξή της όμως σε «επιστήμη», μόλις τον 18ο αιώνα και σχεδόν ταυτόχρονα με την δημιουργία των πρώτων σύγχρονων κρατικών δομών, καθυστέρησε σημαντικά εξ αιτίας της ανομοιογένειας των μέχρι τότε χρησιμοποιούμενων συστημάτων διαχείρισης των οικονομικών δραστηριοτήτων.
Η επιστημονική άποψη που επικρατεί σήμερα για την οικονομία διαχωρίζει το σχετικό γνωστικό πεδίο σε δύο τομείς, ανάλογα με τον φορέα που υλοποιεί αυτές οι δραστηριότητες. Ο πρώτος ονομάζεται «Μικροοικονομία» και αφορά την οικονομία των ατομικών ή κοινοπρακτικών δράσεων και ο δεύτερος «Μακροοικονομία» και προσδιορίζει την οικονομία των κρατών ή των διακρατικών σχηματισμών. Η κατανόηση της σημερινής πραγματικότητας επιβάλλει την διατύπωση μιας διαφορετικής προσέγγισης στην διαμόρφωση της Οικονομίας, βασισμένης στον τρόπο που ελέγχονται οι σχετικές δραστηριότητες ανεξάρτητα από τον ρόλο ή την δομή των φορέων από τις οποίες εφαρμόζονται.
Η πραγματική οικονομία
Η πραγματική οικονομία παρακολουθεί τα στοιχεία εκείνα που έχουν σχέση με τις κάθε μορφής δραστηριότητες των μελών μιας κοινωνίας που αποσκοπούν στην ικανοποίηση των καταναλωτικών αναγκών της. Οι δραστηριότητες αυτές ελέγχονται και καταγράφονται από σχετικούς μηχανισμούς που περιλαμβάνονται για το σκοπό αυτό στην οντότητα που ασκεί την διοίκηση της συγκεκριμένης κοινωνίας, δηλαδή σε αυτό που σήμερα ονομάζεται Κράτος.
Τα οικονομικά μεγέθη που προκύπτουν από τα στοιχεία αυτά χρησιμοποιούνται από το Κράτος για τον υπολογισμό της αναλογικής συνεισφοράς των πολιτών στο κόστος της ύπαρξής του καθώς και στο κόστος των κοινωνικών υπηρεσιών που παρέχει σ’ αυτούς σύμφωνα με όσα προβλέπονται στον Συμβιωτικό Κανόνα που διέπει την λειτουργία του, δηλαδή το σύνταγμα, τους νόμους, την ηθική και τα έθιμα που αποδέχονται οι πολίτες του.
Η αναλογικότητα αυτής της συνεισφοράς και ο τρόπος συλλογής της προσδιορίζεται από το Φορολογικό Σύστημα που εφαρμόζεται, ένα κυβερνητικό μηχανισμό που έχει σαν αποστολή την συγκέν-τρωση ενός τμήματος του πλούτου που παράγεται από τους πολίτες ή βρίσκεται στην κατοχή τους, με σκοπό την συντήρηση του κράτους και την διαμόρφωση ενός κοινωνικά αποδεκτού επίπεδου διαβίωσης για όλους τους πολίτες του, ανεξάρτητα από τις επί μέρους οικονομικές δυνατότητες του καθενός από αυτούς. Από τα παραπάνω προκύπτει εύλογα το συμπέρασμα ότι όσο δικαιότερο και αποδοτικότερο είναι το Φορολογικό σύστημα, και κατ’ επέκταση οι σχετικές λειτουργίες του Κράτους, τόσο πιο αποτελεσματική και κοινωνικά δίκαιη είναι η αναδιανομή αυτού του πλούτου.
Η απρόσκοπτη λειτουργία της πραγματικής οικονομίας επηρεάζεται από μια σειρά στρεβλώσεων που μεταβάλλουν αρνητικά τα μεγέθη της, έχοντας σαν άμεση συνέπεια τον περιορισμό της ποιότητας και του όγκου των υπηρεσιών που παρέχει το Κράτος, την ενίσχυση των κοινωνικών ανισοτήτων και την εμφάνιση κάθε μορφής συγκρούσεων μεταξύ διάφορων κοινωνικών ομάδων. Η ταχύτητα εμφάνισης αυτών των συγκρούσεων είναι ευθέως ανάλογη με την έκταση και την διάρκεια άσκησης των οικονομικών πρακτικών που προκαλούν αυτές τις στρεβλώσεις. Το σύνολο τους χαρακτηρίζεται σαν «Φανταστική Οικονομία» καθώς ο πλούτος που παράγουν δεν συνυπολογίζεται στην διαμόρφωση των οικονομικών πολιτικών των Κρατών. Οι πιο συνηθισμένες πηγές τέτοιων στρεβλώσεων είναι οι εξής :
Η παραοικονομία
Η παραοικονομία περιλαμβάνει τις οικονομικές δραστηριότητες μιας κοινωνίας που, αν και θεωρούνται νόμιμες και πρέπει να υποβάλλονται σε έλεγχο, σκόπιμα αποκρύπτονται από ορισμένα μέλη της με στόχο την αποφυγή της φορολόγησης, και κατά συνέπεια την αύξηση του προσωπικού τους πλούτου. Στην παραοικονομία εντάσσονται επίσης και όσες δραστηριότητες δεν έχουν ακόμη εντοπιστεί ή προβλεφθεί από το Φορολογικό σύστημα ώστε να ασκηθεί και σε αυτές η απαραίτητη φορολόγηση. Το μέγεθος της παραοικονομίας κυμαίνεται μεταξύ του 15 και 20% του παγκόσμιου ΑΕΠ.
Η σημαντικότερη παρενέργεια της παραοικονομίας, εκτός από την μείωση των εσόδων ενός Κράτους, είναι η ανεξέλεγκτη συσσώρευση ατομικού πλούτου και η πιθανή χρησιμοποίησή του σε δράσεις που αντιβαίνουν σε αυτό που ονομάζεται κοινωνικό συμφέρον. Παρόλα αυτά η οικονομική επιστήμη διαθέτει μεθοδολογίες για την εκτίμηση του μεγέθους της παραοικονομίας και την σχεδίαση των απαραίτητων για τον περιορισμό της μηχανισμών, γεγονός που επιρρίπτει την ευθύνη για την ύπαρξη και το εύρος της στους φορείς που διαμορφώνουν το Φορολογικό Σύστημα και κατά συνέπεια στα Κράτη που το εφαρμόζουν.
Η αδυναμία ή απροθυμία ενός κυβερνητικού συστήματος να θεσπίσει και να εφαρμόσει κανόνες ελέγχου του προερχόμενου από την παραοικονομία πλούτου, παρά την ύπαρξη των απαιτούμενων μεθοδολογιών, οδηγεί στην διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων και την εμφάνιση συγκρουσιακών φαινομένων μεταξύ των διάφορων κοινωνικών ομάδων.
Η παραβατική οικονομία
Ένα τμήμα του πλούτου που παράγεται σε παγκόσμιο επίπεδο σχετίζεται ή προέρχεται από παραβατικές δραστηριότητες που τιμωρούνται από το κοινό ποινικό δίκαιο των περισσότερων χωρών του πλανήτη. Αν και το φαινόμενο αυτό συνυπάρχει παράλληλα με την εξέλιξη των κοινωνιών, παρουσιάζει μια ιδιαίτερη έξαρση και οργάνωση μετά τον τελευταίο παγκόσμιο πόλεμο.
Παράνομες δραστηριότητες όπως το κάθε είδους λαθρεμπόριο, η διακίνηση ναρκωτικών, το trafficking, η αδήλωτη πορνεία, το παράνομο στοίχημα, η κάθε μορφής διαφθορά των διοικητικών μηχανισμών, καθώς και η νομιμοποίηση των εσόδων που προέρχονται από τέτοιου είδους δραστηριότητες παράγουν κάθε χρόνο, σε παγκόσμιο επίπεδο, πλούτο που εκτιμάται περίπου στο 6% του παγκόσμιου ΑΕΠ, ένα ποσό που φθάνει, σε ετήσια βάση, περίπου στα 3,1 με 3,6 τρις. $. Περίπου το 35% από τον πλούτο αυτό νομιμοποιείται με διάφορες διαδικασίες χωρίς, στις περισσότερες περιπτώσεις, να φορολογείται.
Η απελευθέρωση της νομισματικής κυκλοφορίας που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ την περίοδο του πολέμου του Βιετνάμ και ολοκληρώθηκε επί προεδρίας Reagan έδωσε την δυνατότητα για την προσωρινή αποθήκευση ενός σημαντικού τμήματος αυτού του πλούτου σε χαρτονομίσματα και την σταδιακή μετατροπή του σε ακίνητα, πολύτιμα μέταλλα και λίθους και, αργότερα, σε χρηματιστηριακούς τίτλους.
Σημαντικά εργαλεία στα χέρια των φορέων της παραοικονομίας και της παραβατικής οικονομίας είναι η αποδοχή από την παγκόσμια κοινότητα της νόμιμης λειτουργίας υπεράκτιων εταιριών (offshore) και η μετατροπή ορισμένων χωρών σε φορολογικούς παραδείσους με την ανοχή και, σε πολλές περιπτώσεις, ενθάρρυνση ορισμένων ηγεσιών άλλων οικονομικά ισχυρών χωρών.
Η σταδιακή απελευθέρωση των αγορών, η δημιουργία φορολογικών παραδείσων και τραπεζικών «καταφυγίων», και η παγκοσμιοποίηση έδωσαν την δυνατότητα στην παραβατική οικονομία να αναπτυχθεί και να εντάξει ανεξέλεγκτα στο παγκόσμιο οικονομικό σύστημα ένα σημαντικό τμήμα που πλούτου που αποκτά με μη νόμιμες διαδικασίες.
Το ζήτημα της διαφθοράς
Οι στρεβλώσεις που συνθέτουν την φανταστική οικονομία ενισχύονται σε μεγάλο βαθμό, από την αναποτελεσματική λειτουργία των διοικητικών μηχανισμών που επιβλέπουν ή διαχειρίζονται τις δραστηριότητες μιας κοινωνίας, τόσο σε δημόσιο όσο και σε ιδιωτικό επίπεδο. Η κυριότερη αιτία αυτών των δυσλειτουργιών εντοπίζεται σε ένα κοινωνικό φαινόμενο που γενικά περιγράφεται σαν «διαφθορά της εξουσίας». Το φαινόμενο αυτό ακολουθεί την ανθρωπότητα από την αρχή της ιστορίας της και προσδιορίζεται από την άσκηση δύο παραβατικών συμπεριφορών που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
Η πρώτη έχει σχέση με την ανεπαρκή ή σκόπιμα μεροληπτική διαμόρφωση των διατάξεων που θεσμοθετούνται από τις ηγεσίες για τον έλεγχο των δραστηριοτήτων μιας κοινωνίας με στόχο την εξυπηρέτηση συγκεκριμένων ατομικών ή ομαδικών σκοπιμοτήτων σε βάρος του συλλογικού συμφέροντος. Η δεύτερη χαρακτηρίζει εκείνα τα στελέχη των διοικητικών μηχανισμών που με τις πράξεις ή παραλήψεις τους εξυπηρετούν προσωπικά τους συμφέροντα, ή συμφέροντα τρίτων, παραβιάζοντας ή κάνοντας κατάχρηση των διατάξεων που διέπουν τις κοινωνικές δραστηριότητες που είναι υποχρεωμένοι να επιβλέπουν.
Η παρουσία της διαφθοράς συμβάλει σημαντικά στην επέκταση της παραοικονομίας και της παραβατικής οικονομίας ενώ ταυτόχρονα επηρεάζει και την πραγματική συνιστώσα της καθώς μειώνει τα έσοδα των Κρατών και σε πολλές περιπτώσεις διογκώνει το λειτουργικό κόστος τους με ενέργειες όπως η πρόσληψη υπεράριθμων ή μη ικανών υπαλλήλων, η απαίτηση οικονομικών ανταλλαγμάτων για την ανάθεση έργων, την προμήθεια υλικών και την αποφυγή επιβολής διοικητικών κυρώσεων ή καταλογισ-μού προστίμων.
Φαινόμενα διαφθοράς έχουν εντοπιστεί σε όλα τα επίπεδα της διοικητικής και κοινωνικής ιεραρχίας σε όλες τις χώρες του κόσμου, σε τέτοιο βαθμό και με τέτοια συχνότητα που έχουν οδηγήσει διεθνείς οργανισμούς στην διαμόρφωση ειδικών καταλόγων αξιολόγησης των κρατών με βάση το επίπεδο διαφθοράς των κοινωνιών τους.
Μια τρίτη συνιστώσα του φαινομένου της διαφθοράς, που δεν καταγράφεται στους καταλόγους αυτούς αν και επηρεάζει σημαντικά τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης οικονομίας, έχει σχέση με την αφανή επιβολή της βούλησης των ισχυρών κρατών μέσα από την άσκηση πολιτικών πιέσεων που δεν συνάδουν με την επικρατούσα άποψη για διεθνή ηθική, εθνική κυριαρχία και ανεξαρτησία των κρατών. Παράδειγμα τέτοιων πρακτικών είναι ο τρόπος που επιβλήθηκε από συγκεκριμένες χώρες η άρση των αντισταθμιστικών δασμών στο διεθνές εμπόριο.
Ο σημαντικότερος παράγοντας που καθορίζει το μέγεθος των φανταστικών συνισταμένων της οικονομίας ενός κράτους είναι η έκταση της διαφθοράς που αποδέχονται οι πολίτες του.
Η οικονομία των χρηματιστηρίων
Η ύπαρξη και λειτουργία των χρηματιστηρίων αποτελεί έναν ιδιαίτερο παράγοντα στρέβλωσης της πραγματικής οικονομίας που δραστηριοποιείται μέσα από ένα τυπικά νόμιμο πλαίσιο.
Τα χρηματιστήρια είναι ένας οικονομικός θεσμός που έχει σαν αποστολή την οργανωμένη διεξαγωγή αγοραπωλησιών αξιών και εμπορευμάτων. Στις αξίες που διακινούνται μέσα από αυτά περιλαμβάνονται μετοχές εταιριών, ομόλογα (κρατικά, τραπεζικά ή εταιρικά), διασφαλίσεις και παράγωγα. Αντίστοιχα χρηματιστήρια ασχολούνται με την διαμόρφωση των τιμών συγκεκριμένων εμπορευμάτων που αποτελούν αντικείμενο μεγάλης κλίμακας διεθνών συναλλαγών, όπως καύσιμα, μέταλλα και τρόφιμα.
Η οργάνωση και λειτουργία των χρηματιστηρίων εποπτεύεται από τα κράτη τα οποία καθορίζουν τους κανόνες που διέπουν τον τρόπο που πραγματοποιούνται οι συναλλαγές και τις γενικότερες πρακτικές που εφαρμόζονται. Κατά συνέπεια αυτά είναι υπεύθυνα και για τις στρεβλώσεις της πραγματικής οικονομίας που προέρχονται από την λειτουργία τους.
Το σύνολο των τίτλων που περιγράφουν τις αξίες και τα εμπορεύματα που διακινούνται μέσα από τα χρηματιστήρια προσδιορίζονται σαν χρηματιστηριακά προϊόντα. Βασικός σκοπός της ύπαρξης τους είναι η παροχή στα μέλη μιας κοινωνίας της δυνατότητας να «επενδύουν» τα πλεονάσματα των εισοδημάτων τους, δηλαδή τον πλούτο τους, στους τίτλους αυτούς ώστε να ωφελούνται από την απόδοσή τους, χωρίς καμία άλλη δέσμευση εκτός από την καταβολή του τιμήματος για την αγορά τους.
Τα χρηματιστήρια παρέχουν επίσης την δυνατότητα άμεσης ρευστοποίησης των κεφαλαίων που έχουν τοποθετηθεί στους τίτλους που διαθέτουν, μέσα από μια διαδικασία συνεχούς διαμόρφωσης των τιμών τους, οι οποίες καθορίζονται αποκλειστικά από την προσφορά και την ζήτηση που διαμορφώνεται την δεδομένη χρονική στιγμή που πραγματοποιείται μια τέτοια συναλλαγή. Η διαφορά της τιμής ενός τίτλου μεταξύ της ημερομηνίας αγοράς του και οποιασδήποτε χρονικής στιγμής μετά την ημερομηνία αυτή, προσδιορίζει μια «υπεραξία», όταν αυτή είναι θετική, ή «απαξία», όταν είναι αρνητική, στοιχεία που καθορίζουν ένα επιπλέον κέρδος ή ζημιά για τον κάτοχο του, αποτέλεσμα που «υλοποιεί-ται» την χρονική στιγμή που ο τίτλος αυτός μεταβιβάζεται ή ρευστοποιείται.
Ανάμεσα στα βασικά στοιχεία που συνθέτουν αυτή την πραγματικότητα είναι η αδυναμία ή «απροθυμία» των κρατών για ουσιαστική και αναλογική φορολόγηση του πλούτου που παράγεται από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές καθώς και η απουσία ουσιαστικού ελέγχου της προέλευσης των κεφαλαίων που επενδύονται σε ορισμένα τουλάχιστον από τα χρηματιστήρια του πλανήτη. Οι «αδυναμίες» αυτές εντείνουν τις οικονομικές ανισότητες μέσα σε μια κοινωνία και συνεισφέρουν στην νομιμοποίηση παράνομου χρήματος, ιδιαίτερα μέσα από την εκτεταμένη χρήση ηλεκτρονικών συναλλαγών. Ένα ακόμη στοιχείο στρέβλωσης είναι η εφαρμογή διαφόρων μεθόδων για την «τεχνητή» διαμόρφωση της τιμής των τίτλων, μια μεθοδολογία που γενικευμένα χαρακτηρίζεται σαν «χειραγώγηση».
Οι πρακτικές αυτές σε συνδυασμό με την σχεδόν ολοκληρωτική απουσία κανόνων για τον περιορισμό της διαφοράς ανάμεσα στην χρηματιστηριακή τιμή και την πραγματική αξία των τίτλων οδηγούν μακροπρόθεσμα στην εμφάνιση εκτεταμένων φαινομένων αναντιστοιχίας μεταξύ της πραγματικής και της χρηματιστηριακής οικονομίας, καθώς είναι πάρα πολλές οι περιπτώσεις που η συνολική χρηματιστηριακή αξία ενός τίτλου είναι υπερπολλαπλάσια από την αγοραία αξία του φορέα ή του αγαθού που αντιπροσωπεύει. Η βαρύτητα του φαινόμενου αυτού μεγεθύνεται από την συνηθισμένη πρακτική των τραπεζών να επενδύουν μεγάλο μέρος των κεφαλαίων τους σε χρηματιστηριακά προϊόντα, καθώς και από την χρήση των προϊόντων αυτών σαν εγγύηση για την σύναψη δανείων.
Η πρακτική αυτή σε συνδυασμό με την σχεδόν παντελή έλλειψη περιοριστικών κανόνων για το εύρος μεταξύ της χρηματιστηριακής τιμής και της πραγματικής αξίας των μετοχών οδηγούν μακροπρόθεσμα στην εμφάνιση εκτεταμένων φαινομένων αναντιστοιχίας μεταξύ της πραγματικής και της χρηματιστηριακής οικονομίας, αυτό δηλαδή που στην καθημερινή ζωή ονομάζεται «φούσκα». Η σημασία του φαινόμενου αυτού εντείνεται από την συνηθισμένη πρακτική του τραπεζικού συστήματος να επενδύει μεγάλο μέρος των κεφαλαίων του σε χρηματιστηριακές αξίες και της χρήσης των αξιών αυτών ως εγγυήσεων για την σύναψη δανείων.
Οι στρεβλώσεις που παράγονται από την χρηματιστηριακή οικονομία εντείνονται ακόμη περισσότερο, παίρνοντας σχεδόν ανεξέλεγκτες διαστάσεις, από την ύπαρξη των αγορών παραγώγων, δηλαδή συμβολαίων πρόβλεψης των μεταβολών των τιμών χρηματιστηριακών τίτλων, διασφαλίσεων, εμπορευμάτων ή νομισματικών ισοτιμιών, δραστηριότητες που έχουν στοιχηματικό χαρακτήρα καθώς δεν σχετίζονται με λειτουργίες της πραγματικής οικονομίες αλλά προδιαθέτουν για την σκόπιμη διαμόρφωση των κατάλληλων συνθηκών ώστε να πραγματοποιηθούν οι μεταβολές που έχουν προβλεφθεί.
Το τελικό αποτέλεσμα από αυτήν την λειτουργία των χρηματιστηρίων τα τελευταία σαράντα χρόνια είναι η συσσώρευση ενός ιδιωτικού πλούτου που το μέγεθός του είναι ικανό να επηρεάσει και να χειραγωγήσει τις οικονομίες των Κρατών με καταστροφικές σε πολλές περιπτώσεις συνέπειες για τις κοινωνίες που αντιπροσωπεύουν.
Η ανεξέλεγκτη λειτουργία και ανάπτυξη των παγκοσμιοποιημένων χρηματιστηριακών αγορών και των πρακτικών που εφαρμόζονται σ’ αυτές έχει οδηγήσει στην παραγωγή ενός «φανταστικού» πλούτου που βρίσκεται σε όλο και μεγαλύτερη αναντιστοιχία με τα μεγέθη της πραγματικής οικονομίας, παρέχοντας στους κατόχους του την δυνατότητα να την επηρεάζουν προς όφελός τους.
Η «μιγαδική» οικονομία
Συνοψίζοντας τα όσα έχουν διατυπωθεί μέχρι τώρα διαπιστώνουμε ότι η σημερινή οικονομική πραγματικότητα αποτελείται από τέσσερις συνισταμένες, την πραγματική οικονομία, την παραοικονομία, την παραβατική οικονομία και την χρηματιστηριακή οικονομία. Από αυτές μόνο η πρώτη είναι δυνατό να ελεγχθεί, με την έννοια ότι είναι αποδεδειγμένα μετρήσιμη ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί στον σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής των Κρατών.
Η στενή εξάρτηση του μεγέθους των φανταστικών συνισταμένων από το εύρος της διαφθοράς ενός κυβερνητικού συστήματος δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο που έχει σαν αποτέλεσμα την διαρκή μεγέθυνσή τους σε βάρος της πραγματικής οικονομίας. Η μεγέθυνση αυτή οδηγεί στην ανεξέλεγκτη συσσώρευση ιδιωτικών κεφαλαίων σε τέτοια έκταση που επιτρέπει στους κατόχους τους να επηρεάζουν τους οικονομικούς σχεδιασμούς των κρατών, καθώς δίνουν την δυνατότητα επιβολής πολιτικών και στερούν έσοδα που είναι απαραίτητα για την λειτουργία των κρατών αυτών.
Το συνολικό άθροισμα των συνισταμένων αυτών περιγράφεται με τον όρο «Μιγαδική Οικονομία», σε αντιστοίχιση με τον μαθηματικό όρο που προσδιορίζει το σύνολο των πραγματικών και φανταστικών αριθμών. Η ύπαρξη της Μιγαδικής Οικονομίας δημιουργεί, μέσα από την διαρκή μεγέθυνση των φανταστικών συνισταμένων της, σημαντικές στρεβλώσεις στην πραγματική οικονομία που όταν υπερβαίνουν μια κρίσιμη μάζα, εκφράζονται σαν «οικονομικές κρίσεις».
Η κύρια αιτία των οικονομικών κρίσεων εντοπίζεται, κατά μείζονα λόγο, στην αδυναμία ή την απροθυμία των ηγεσιών των Κρατών να ελέγξουν και να περιορίσουν τις φανταστικές συνισταμένες της οικονομίας, και κατά ελάσσονα, στις αστοχίες της μεθοδολογίας που κατά περίπτωση εφαρμόζεται για την διαχείριση της πραγματικής οικονομίας.
Η ύπαρξη των φανταστικών συνισταμένων προσφέρει τα εργαλεία που είναι αναγκαία για την μετατροπή της οικονομίας σε ένα στρατηγικό όπλο επιβολής γεωπολιτικής επικυριαρχίας μέσα από οικονομικές διαδικασίες, καθώς διασφαλίζουν την απαραίτητη αδιαφάνεια για την άσκηση τέτοιου είδους δραστηριοτήτων εναντίον κρατών που δεν διαθέτουν τους απαραίτητους μηχανισμούς αντιμετώπισης των σχετικών φαινομένων ή δεν είναι σε θέση, λόγω των οικονομικών μεγεθών που τα χαρακτηρίζουν, να αντιμετωπίσουν τις συνέπειές τους.
Η πραγματικότητα που διαμορφώνεται από τις διαπιστώσεις αυτές επιβεβαιώνει την αναγκαιότητα μιας ριζικής αναδιάρθρωσης του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος με σκοπό την ελαχιστοποίηση των οικονομικών στρεβλώσεων και την διασφάλιση των απαραίτητων πόρων για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης της ανθρωπότητας, πολιτικές που είναι απαραίτητες για την αντιμετώπιση του οικουμενικού προβλήματος.

Σχετικά θέματα
Η διαπίστωση ότι η ανθρωπότητα βιώνει το τέλος της εφηβείας της και η ανάγκη διατύπωσης μιας απάντησης στο ερώτημα του «επόμενου βήματος» πηγάζουν από την καταγραφή και αξιολόγηση της πραγματικότητας που αντιμετωπίζουν οι λαοί της Γης στην απαρχή του εικοστού πρώτου αιώνα.
Το κυρίαρχο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στην απαρχή του εικοστού πρώτου αιώνα είναι η διαχείριση των συνεπειών που προκαλεί η αύξηση του πληθυσμού της με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχεται ένα κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης σε όλους τους ανθρώπους του πλανήτη και να διασφαλίζεται μακροπρόθεσμα η επιβίωση και η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.
Ο έλεγχος και η κατοχή ενός μεγάλου τμήματος του πλούτου που συνολικά παράγεται στον πλανήτη από ένα συγκριτικά μικρό αριθμό ανθρώπων δημιουργεί μεγάλης έκτασης κοινωνικές ανισορροπίες και ενισχύει την πιθανότητα εμφάνισης γενικευμένων και μεγάλης διάρκειας κοινωνικων συγκρούσεων.
Η επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος από ανθρώπινες δραστηριότητες που προκαλούν μη αναστρέψιμες μεταβολές έχει επιταχυνθεί δραματικά τα τελευταία εκατό χρόνια σαν συνέπεια μιας αλόγιστης ανάπτυξης και της επακόλουθης καταναλωτικής επέκτασης.
Η μετατροπή της οικονομίας σε στρατηγικό όπλο με σκοπό την επιβολή της πρόθεσης των ισχυρών του πλανήτη για παγκόσμια επικυριαρχία αποτελεί μια επικίνδυνη εξέλιξη στην πορεία της ανθρωπότητας, περισσότερο επικίνδυνη και απάνθρωπη από την χρήση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς που διαμόρφωσε τις στρατηγικές αντιπαραθέσεις στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Η εξυπηρέτηση του χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, έχει αναδειχθεί στο σημαντικότερο πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ηγεσίες και οι κοινωνίες πολλών χωρών του πλανήτη. Ένα χρέος που μαστίζει, και θα συνεχίσει να μαστίζει για πολλά χρόνια ακόμη, την ανθρωπότητα επηρεάζοντας αρνητικά την εξέλιξή της.
Η αναγωγή της επιθυμίας για απόκτηση πλούτου σε πρωταρχική προτεραιότητα των κοινωνιών έχει σαν συνέπεια την ανάδειξη ηγεσιών που διαμορφώνουν τις πολιτικές τους με καθαρά οικονομικά κριτήρια αδιαφορώντας για τις κοινωνικές, περιβαλλοντικές και εξελικτικές επιπτώσεις που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή.