Σάββατο, 4 Φεβρουαρίου 2012

Το Ζήτημα του Χρέους

Τελευταία ενημέρωση : 05/02/2012
Η εξυπηρέτηση του χρέους, δημόσιου και ιδιωτικού, έχει αναδειχθεί στο σημαντικότερο πρόβλημα που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι ηγεσίες και οι κοινωνίες πολλών χωρών του πλανήτη. Ένα χρέος που μαστίζει, και θα συνεχίσει να μαστίζει για πολλά χρόνια ακόμη, την ανθρωπότητα επηρεάζοντας αρνητικά την εξέλιξή της.
Το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος αποτελεί, και θα συνεχίσει να αποτελεί για πολλά ακόμη χρόνια, το σημαντικότερο πρόβλημα των σύγχρονων κοινωνιών, καθώς ακυρώνει, στην γέννησή της, κάθε προσπάθεια ουσιαστικής ανάπτυξης και αντιμετώπισης του οικουμενικού προβλήματος της ανθρωπότητας. Το ζήτημα του χρέους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα καθώς έχει αναδειχθεί σε ένα από τα κύρια πεδία αντιπαράθεσης στα παιγνίδια επικυριαρχίας των ισχυρών της Γης.
Η εξέλιξή του χρέους ακολουθεί μια πορεία σχεδόν παράλληλη με την διαμόρφωση των πολιτικών που ασκήθηκαν τα τελευταία σαράντα χρόνια για την απελευθέρωση του διεθνούς εμπορίου και την ολοκλήρωση της παγκόσμιας οικονομίας. Το αξιοπερίεργο είναι ότι ενώ οι πολιτικές αυτές οδήγησαν στην αύξηση του ιδιωτικού πλούτου σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου, οδήγησαν ταυτόχρονα και στην αύξηση του δημόσιου χρέους πολλών από αυτές, διατυπώνοντας μια έντονη αμφισβήτηση για την τελική ορθότητά των χειρισμών των ηγεσιών τους.
Η έννοια του δανεισμού

Η «ακαδημαϊκή» προσέγγιση της έννοιας του δανεισμού τον προσδιορίζει σαν ένα εργαλείο για την ικανοποίηση οικονομικών αναγκών του παρόντος με την μεταφορά και χρησιμοποίηση πλούτου που αναμένεται να αποκτηθεί σε ένα συγκεκριμένο χρονικό διάστημα στο μέλλον.
Ο δανεισμός συνήθως χρησιμοποιείται, σε Κρατικό επίπεδο, για την επιτάχυνση της οικονομικής ανάπτυξης μιας χώρας ή την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Στο επίπεδο της ιδιωτικής οικονομίας υποτίθεται ότι συμβάλλει στην μεγέθυνση των οικονομικών δραστηριοτήτων και κατά συνέπεια στην ανάπτυξη της, καθώς βοηθά τα μέλη μιας κοινωνίας να αποκτήσουν άμεσα αγαθά ή υπηρεσίες που έχουν ανάγκη ή επιθυμούν, διασπείροντας την αποπληρωμή τους σε ένα εύλογο βάθος χρόνου χωρίς ταυτόχρονα να μειώνουν σημαντικά την καθημερινή αγοραστική τους δύναμη.
Το δάνειο είναι μια συμφωνία ανάμεσα δύο μέρη, του δανειστή και του δανειζόμενου, με την οποία ο πρώτος μεταβιβάζει στον δεύτερο μια αξία, συνήθως χρήματα, και ο δεύτερος αναλαμβάνει την υποχρέωση να την επιστρέψει μετά από μια προκαθορισμένη χρονική περίοδο, καταβάλλοντας ένα επιπλέον τίμημα ως αμοιβή για την χρήση της αξίας στο διάστημα αυτό. Επιπλέον ο δανειζόμενος καλείται, σε αρκετές περιπτώσεις, να προσφέρει επιπλέον διασφαλίσεις για την ολική και εμπρόθεσμη αποπληρωμή του δανείου.
Η έννοια του δανεισμού εμπεριέχει πάντοτε μια αβεβαιότητα για το αν ο δανειζόμενος θα είναι πραγματικά συνεπής στις υποχρεώσεις του την χρονική στιγμή που θα πρέπει να αποπληρώσει το δάνειο ή αν θα είναι σε θέση να ολοκληρώσει με επιτυχία την αποπληρωμή του. Η εκτίμηση αυτού του κινδύνου περιλαμβάνεται στις υποχρεώσεις του δανειστή να αξιολογήσει σωστά τις δυνατότητες του δανειζόμενου και την γενικότερη κατάσταση της οικονομίας κατά την διάρκεια της περιόδου αποπληρωμής. Η λανθασμένη εκτίμηση των κινδύνων της πιστωτικής επέκτασης αποτελεί έναν από τους παράγοντες εμφάνισης οικονομικών κρίσεων καθώς η αδυναμία αποπληρωμής των δανείων που έχουν χορηγήσει οι τράπεζες οδηγεί σε πολλές περιπτώσεις στην πτώχευσή τους.
Ο ρόλος των τραπεζών
Ο «τραπεζικός» δανεισμός, σαν οργανωμένη οικονομική δραστηριότητα, εμφανίζεται για πρώτη φορά στην Ιταλία λίγο πριν το 1300 μΧ, σχεδόν ταυτόχρονα με την ίδρυση της πρώτης, με βάση τις ημερομηνίες στα λ¬γιστικά της βιβλία, τράπεζας των Peruzzi. Η συγκέντρωση του κεφαλαίου της τράπεζας αυτής προήλθε σε μεγάλο βαθμό από την εκμετάλλευση του διακομιστικού εμπορίου του μεταξιού σε συνδυασμό με τα προνόμια που της είχαν εκχωρήσει οι Ναΐτες ιππότες που κατείχαν το νησί της Ρόδου, και η πτώχευσή της, μεταξύ άλλων, από την μη αποπληρωμή ενός δανείου εκατό χιλιάδων χρυσών φιορινιών που είχε χορηγήσει προς τον βασιλιά Εδουάρδο τον 3ο της Αγγλίας.
Η εξέλιξη αυτού που σήμερα ονομάζουμε «παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα» διαγράφει ήδη μια πορεία οκτώ αιώνων, στην διάρκεια της οποίας έχει αυτοαναγορευθεί σαν τον, όχι σε όλα άμεμπτο, θησαυροφύλακα του παγκόσμιου ιδιωτικού και δημόσιου πλούτου, μια υπηρεσία που πρόσφερε πάντοτε με σχετικά υψηλά ανταλλάγματα κέρδους, αλλά και άσκηση πολιτικής και κοινωνικής επιρροής μέσα από τον έλεγχο της ροής του χρήματος.
Για τον περιορισμό αυτής της επιρροής και την κοινωνικά δικαιότερη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος οι κατά καιρούς ηγεσίες θέσπισαν ένα εκτεταμένο νομοθετικό πλαίσιο που οριοθετεί τις πρακτικές που εφαρμόζονται. Η αναπροσαρμογή αυτού του πλαισίου στις κοινωνικές εξελίξεις, η πληρότητα και η ικανότητά του να οριοθετεί τις προθέσεις των διοικήσεων τους, αποτελούν το αντικείμενο μιας διαρκούς διαμάχης μεταξύ των τραπεζιτών και των ηγεσιών των κρατών.
Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 υιοθετήθηκε μια γενικότερη πολιτική χαλάρωσης του ελέγχου στην λειτουργία του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος, σαν απόρροια της φιλελευθεροποίησης της οικονομίας και της παγκοσμιοποίησης των αγορών. Η χαλάρωση αυτή οδήγησε σε μια άνευ προηγουμένου αύξηση των τραπεζικών εργασιών και στην εδραίωση της άποψης ότι, η παροχή τραπεζικών και χρηματιστηριακών υπηρεσιών μπορεί να αποτελέσει την κινητήρια δύναμη για την οικονομική ανάπτυξη στον 21ο αιώνα.
Μια από τις κυριότερες συνέπειες αυτής της χαλάρωσης ήταν η υποβάθμιση των απαραίτητων διαδικασιών αξιολόγησης κινδύνου κατά την σχεδίαση των επενδυτικών και δανειακών προϊόντων που διέθεταν οι τράπεζες, τόσο προς τους ιδιώτες πελάτες τους όσο και προς τα κράτη που χρηματοδοτούσαν για την κάλυψη των δανειακών τους αναγκών.
Επιπλέον, η αναγωγή της οικονομίας σε «στρατηγικό όπλο επιβολής σχεδίων γεωπολιτικής επικυριαρχίας των ισχυρών του πλανήτη», κυβερνήσεων και ιδιωτών, έχει εμπλέξει το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα στις διαδικασίες ενός ακήρυχτου οικονομικού πολέμου, που μαίνεται εδώ και χρόνια, δίνοντας στις διοικήσεις των τραπεζών την ευκαιρία να επιδιώξουν την διεύρυνση των προνομίων τους και την επιβολή πολιτικών στις ηγεσίες των Κρατών.
Η πραγματική ταυτότητα του προβλήματος
Η ουσιαστική ανυπαρξία ελέγχου των δραστηριοτήτων του τραπεζικού συστήματος για περισσότερα από είκοσι χρόνια και οι πολιτικές οικονομικής επικυριαρχίας οδήγησαν στην κρίση του 2008, κρίση που αρχικά προσδιορίστηκε ως χρηματιστηριακή, στην συνέχεια μετατράπηκε σε κρίση χρέους των αγορών ακινήτων, εξελίχθηκε σε κρίση δημόσιου χρέους των ανεπτυγμένων κρατών και κατέληξε σε δομική κρίση του παγκόσμιου πολιτικού και οικονομικού συστήματος.
Η περίοδος της «ευμάρειας» ανέβασε το συνολικό ύψος του παγκόσμιου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, καθώς και των πάσης φύσεως εγγυήσεων, σε περισσότερα από 250 τρις $, ποσό τετραπλάσιο από το συνολικό ΑΕΠ του πλανήτη. Ποσό, που η παραγωγή του από την παγκόσμια πραγματική οικονομία και η συσσώρευσή του για την αποπληρωμή του χρέους, χωρίς τους τόκους, απαιτεί τουλάχιστον τέσσερεις δεκαετίες εξαντλητικής λιτότητας των κοινωνιών.
Η πραγματική ταυτότητα του προβλήματος του δανεισμού εντοπίζεται στην συσσώρευση ενός τεράστιου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους, που δεν είναι δυνατόν να αποπληρωθεί, γιατί έχει δημιουργηθεί από την ανακύκλωση ενός πλούτου που, στο μεγαλύτερο μέρος του, αποτελεί προϊόν της φανταστικής οικονομίας και της ανάπτυξης του υπερκαταναλωτισμού.
Ο παραπάνω ισχυρισμός επιβεβαιώνεται από μια σειρά διαπιστώσεων, που σχετίζονται με την προέλευση και χρήση των κεφαλαίων που διακινήθηκαν για την σύναψη των σχετικών δανείων και τις μετέπειτα αντιδράσεις της παγκόσμιας οικονομίας.
Το μεγαλύτερο τμήμα του δημόσιου χρέους των κρατών έχει δαπανηθεί σε μη παραγωγικές επενδύσεις, αμυντικές δαπάνες, κόστος δημόσιας διοίκησης, υλοποίηση εξωτερικής πολιτικής, τόκους προηγούμενων δανείων κτλ, άρα δεν υπάρχουν προσδοκώμενα έσοδα από τις δραστηριότητες αυτές, που να καλύπτουν το κόστος αποπληρωμής χωρίς την προσφυγή σε επιπλέον φοροσυλλεκτικές πολιτικές
Το μεγαλύτερο τμήμα του ιδιωτικού χρέους έχει χρησιμοποιηθεί για την αγορά καταναλωτικών προϊόντων και υπηρεσιών, μηδενικής ή πολύ μικρής διάρκειας ζωής και ακόμη μικρότερης αξίας ρευστοποίησης
Το συνολικό ύψος των δανείων που έχουν χορηγήσει οι περισσότερες τράπεζες των προηγμένων χωρών και των δανείων, εγγυήσεων ή χρηματοδοτήσεων που έχουν λάβει, είναι, σε αρκετές περιπτώσεις, κατά πολύ μεγαλύτερο από τα κεφάλαιά τους και τις καταθέσεις των πελατών τους, κατά παράβαση των βασικών κανόνων χρηματοδότησης. Η επίκληση των «υπεραξιών» που κατέγραφαν τα χαρτοφυλάκιά τους κατά την περίοδο των χορηγήσεων δεν αποτελεί άλλοθι για την αστοχία των μηχανισμών ελέγχου να περιορίσουν μια ασύστολή παγκόσμια πιστωτική επέκταση
Οι τράπεζες έχουν χάσει ένα πολύ μεγάλο μέρος των «ιδίων κεφαλαίων» και των κερδών των χρόνων της «ευμάρειας» σε αποτυχημένες χρηματιστηριακές επενδύσεις μεσαίου και υψηλού ρίσκου, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να διατηρήσουν ένα ικανοποιητικό ρυθμό χρηματοδότησης της οικονομίας, συμβάλλοντας στην διαρκώς εντονότερη εμφάνιση υφεσιακών φαινομένων
Η μακρόχρονη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας έχει δημιουργήσει ένα περιβάλλον φορολογικής «αμνηστίας» για όσους διαθέτουν μεγάλο πλούτο, με αποτέλεσμα την διαρκή μείωση των πραγματικών φορολογικών εσόδων των κρατών και την παραπέρα φορολογική επιβάρυνση των εισοδηματικά μεσαίων και χαμηλών κοινωνικών ομάδων, οι οποίες πλέον αδυνατούν να εξυπηρετήσουν τα ιδιωτικά χρέη τους
Η κυκλοφορία νέου χρήματος από ορισμένες κεντρικές τράπεζες και η παροχή εγγυήσεων χρησιμοποιήθηκε, κατά κύριο λόγο, για την κάλυψη της μαύρης τρύπας των τραπεζικών επισφαλειών και την αναχρηματοδότηση του δημόσιου δανεισμού, με αποτέλεσμα να μην φθάσει ποτέ στην πραγματική οικονομία ώστε να συμβάλει στην ανάπτυξη, και κατά συνέπεια στην αποπληρωμή των ιδιωτικών χρεών, επιτείνοντας το πρόβλημα των ιδιωτικών επισφαλειών
Η εντεινόμενη μετατροπή των τραπεζικών καταθέσεων σε περισσότερο σταθερές και διαχρονικά αποδεκτές αξίες, όπως πολύτιμα μέταλλα και λίθοι, ή η μετατροπή τους σε ακίνητη περιουσία, αποδεικνύουν την μείωση της εμπιστοσύνης προς το τραπεζικό σύστημα και τις ηγεσίες, οι οποίες αδυνατούν πλέον να διαμορφώσουν ένα ασφαλές οικονομικό περιβάλλον εξ αιτίας του χρέους τους
Η επέκταση της φορολόγησης και η μείωση των κρατικών δαπανών εντείνει τα υφεσιακά φαινόμενα και διογκώνει το πρόβλημα της εξυπηρέτησης του χρέους, καθιστώντας τις πάσης φύσεως δημόσιες και ιδιωτικές επισφάλειες, μια ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της παγκόσμιας οικονομίας
Η διαχείριση ενός αδιέξοδου

Το φάσμα της κοινωνικής εξαθλίωσης πλανιέται ήδη πάνω από πολλές χώρες του πλανήτη, φαινόμενο που θα συνεχίσει να εξαπλώνεται και να εντείνεται αν δεν παρθούν ουσιαστικά μέτρα για την συνολική αντιμετώπιση του παγκόσμιου χρέους και της ύφεσης που δημιουργεί η απαίτηση αποπληρωμής του.
Πρωταρχικό μέλημα των ηγεσιών των μεγάλων κρατών του πλανήτη είναι η συντηρητική διαχείριση της οικονομικής πραγματικότητας μέσα από την διασφάλιση της αναχρηματοδότησης του δημόσιου δανεισμού και την στήριξη της βιωσιμότητας του παγκόσμιου τραπεζικού συστήματος. Η στρατηγική αυτή υλοποιείται με την εφαρμογή προστατευτικών πολιτικών που έχουν σαν στόχο να αποφύγει η ανθρωπότητα τις συνέπειες από μια επανάληψη της οικονομικής κατάρρευσης του 1929, πολιτικές που έχουν σαν αποτέλεσμα την μετακύληση του κόστους εφαρμογής τους στις κοινωνίες με την επιβολή αυστηρών μέτρων λιτότητας και αύξησης της φορολόγησης.
Η στρατηγική αυτή έχει σαν απώτερο στόχο την συγκάλυψη των ευθυνών των διοικήσεων των χρηματοπιστωτικών οργανισμών για τα αποτελέσματα που είχε η ανεξέλεγκτη πιστωτική επέκταση που εφάρμοσαν τα τελευταία χρόνια, οι χρηματιστηριακές επενδύσεις υψηλού κινδύνου που ανέλαβαν και η συμμετοχή τους στα οικονομικά παιγνίδια εξουσίας. Ο μόνος τρόπος για να ανακτηθεί ένα μέρος των κεφαλαίων που χάθηκαν εξ αιτίας αυτών των δραστηριοτήτων και να μειωθούν οι σχετικές ζημίες είναι η διασφάλιση της είσπραξης όσο το δυνατόν περισσότερων δανείων με παράλληλη μείωση της κυκλοφορίας του χρήματος και αύξηση των σχετικών επιτοκίων.
Η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας ενισχύει την ακαριαία διασπορά φαινομένων κατάρρευσης, ιδιαίτερα από την στιγμή που έστω και μια μόνο τράπεζα ή κράτος θα πάψει να ικανοποιεί τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει, και οι εμπλεκόμενες κυβερνήσεις δηλώσουν αδυναμία στήριξης του συστήματος. Για την αποφυγή μιας τέτοιας εξέλιξης, οι ηγεσίες προσπαθούν να αποκρύψουν την πραγματική ταυτότητα και το μέγεθος του προβλήματος και ταυτόχρονα να επιβάλλουν περιοριστικές πολιτικές στις οικονομικές δραστηριότητες των κοινωνιών, οι οποίες και καλούνται τελικά να πληρώσουν το τίμημα της αποπληρωμής ενός χρέους για το οποίο σε μεγάλο βαθμό δεν ευθύνονται.
Η βασική προϋπόθεση για την αντιμετώπιση του ζητήματος του χρέους, είναι η παραδοχή από όλες τις κυβερνήσεις του πλανήτη ότι η προσπάθεια αποπληρωμής του συνόλου, ή έστω ενός σημαντικού μέρους, του παγκόσμιου δημόσιου και ιδιωτικού χρέους οδηγεί την ανθρωπότητα σε μια μεγάλης διάρκειας ύφεση, ικανή να επιφέρει μια μη αναστρέψιμη παγκόσμια παρακμή.
Ένα αναποτελεσματικό σενάριο
Ας υποθέσουμε ότι η ανθρωπότητα αποδέχεται την αυστηρή λιτότητα που συνεπάγεται η αποπληρωμή των χρεών. Αυτό σημαίνει ότι το οικουμενικό πρόβλημα θα συνεχίσει να εντείνεται καθώς η φτώχεια θα επεκτείνεται σε όλο και μεγαλύτερες μάζες ανθρώπων, το βιοτικό επίπεδο θα συνεχίσει να υποβαθμίζεται και η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος θα αυξάνεται εξ αιτίας των απαιτήσεων των κοινωνιών για προϊόντα χαμηλότερου κόστους, απαραίτητων για την διασφάλιση της επιβίωσής τους. Το γεγονός αυτό αποκλείει την εφαρμογή οικολογικά αποδεκτών, και κατά συνέπεια υψηλότερου κόστους, διαδικασιών παραγωγής, καθώς η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας και η απουσία ελέγχου των αγορών δεν προδικάζει την απαιτούμενη περιστολή των κερδών που συνεπάγεται η διαφοροποίηση των διαδικασιών παραγωγής.
Η μείωση του χρέους θα έχει σαν αποτέλεσμα την συσσώρευση στις τράπεζες ενός πολύ σημαντικού όγκου κεφαλαίων ο οποίος θα πρέπει να αξιοποιηθεί και πάλι ώστε να υπάρχουν κέρδη από την κατοχή του. Αυτό θα σημάνει ένα νέο κύκλο επενδύσεων και δανεισμού, καθώς οι τράπεζες θα πρέπει να πείσουν τους πελάτες τους, τα κράτη, τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες, να δανειστούν ξανά αυτά που μόλις επέστρεψαν ώστε να αξιοποιήσουν τα κεφάλαια που διαθέτουν, προβάλλοντας σαν δέλεαρ το όραμα ενός νέου κύκλου ανάπτυξης. Με την διαφορά ότι τα αποθέματα του πλανήτη θα έχουν ήδη μειωθεί ακόμη περισσότερο και η ανθρωπότητα θα αντιμετωπίζει ακόμη μεγαλύτερα ενεργειακά, περιβαλλοντικά και επισιτιστικά προβλήματα καθώς θα έχει αυξηθεί ο πληθυσμός της.
Ο πιθανολογούμενος επόμενος κύκλος ανάπτυξης ουσιαστικά δεν πρόκειται να συμβάλει στην επίλυση του οικουμενικού προβλήματος καθώς δεν επηρεάζει καμία από τις βασικές συνισταμένες του. Το μόνο που μπορεί να καταφέρει είναι η μεγαλύτερη συσσώρευση κεφαλαίων που όμως δεν θα έχουν κανένα ουσιαστικό αντίκρισμα, παρά μόνο μια ακόμη μεγαλύτερη οικονομική ολοκλήρωση.
Η οριστική διακοπή των εναλλαγών μεταξύ περιόδων ύφεσης και ανάπτυξης μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μέσα από μια ριζική αναδιάρθρωση των δομών της παγκόσμιας οικονομίας, ένας στόχος που προϋποθέτει την διατύπωση ενός νέου κυβερνητικού μοντέλου διαχείρισης των παραγωγικών διαδικασιών εντελώς διαφορετικού από αυτό που υπάρχει σήμερα.

Σχετικά θέματα
Η διαπίστωση ότι η ανθρωπότητα βιώνει το τέλος της εφηβείας της και η ανάγκη διατύπωσης μιας απάντησης στο ερώτημα του «επόμενου βήματος» πηγάζουν από την καταγραφή και αξιολόγηση της πραγματικότητας που αντιμετωπίζουν οι λαοί της Γης στην απαρχή του εικοστού πρώτου αιώνα.
Το κυρίαρχο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στην απαρχή του εικοστού πρώτου αιώνα είναι η διαχείριση των συνεπειών που προκαλεί η αύξηση του πληθυσμού της με τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχεται ένα κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης σε όλους τους ανθρώπους του πλανήτη και να διασφαλίζεται μακροπρόθεσμα η επιβίωση και η εξέλιξη του ανθρώπινου είδους.
Ο έλεγχος και η κατοχή ενός μεγάλου τμήματος του πλούτου που συνολικά παράγεται στον πλανήτη από ένα συγκριτικά μικρό αριθμό ανθρώπων δημιουργεί μεγάλης έκτασης κοινωνικές ανισορροπίες και ενισχύει την πιθανότητα εμφάνισης γενικευμένων και μεγάλης διάρκειας κοινωνικων συγκρούσεων.
Η επιβάρυνση του φυσικού περιβάλλοντος από ανθρώπινες δραστηριότητες που προκαλούν μη αναστρέψιμες μεταβολές έχει επιταχυνθεί δραματικά τα τελευταία εκατό χρόνια σαν συνέπεια μιας αλόγιστης ανάπτυξης και της επακόλουθης καταναλωτικής επέκτασης.
Η ανάδειξη της οικονομίας στον σημαντικότερο παράγοντα διαμόρφωσης των πολιτικών που εφαρμόζουν οι ηγεσίες του πλανήτη κάνει αναγκαία μια σύντομη αναφορά στις συνθήκες που διαμορφώνουν την σύγχρονη οικονομική πραγματικότητα.
Η μετατροπή της οικονομίας σε στρατηγικό όπλο με σκοπό την επιβολή της πρόθεσης των ισχυρών του πλανήτη για παγκόσμια επικυριαρχία αποτελεί μια επικίνδυνη εξέλιξη στην πορεία της ανθρωπότητας, περισσότερο επικίνδυνη και απάνθρωπη από την χρήση της πυρηνικής ενέργειας για στρατιωτικούς σκοπούς που διαμόρφωσε τις στρατηγικές αντιπαραθέσεις στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα.
Η αναγωγή της επιθυμίας για απόκτηση πλούτου σε πρωταρχική προτεραιότητα των κοινωνιών έχει σαν συνέπεια την ανάδειξη ηγεσιών που διαμορφώνουν τις πολιτικές τους με καθαρά οικονομικά κριτήρια αδιαφορώντας για τις κοινωνικές, περιβαλλοντικές και εξελικτικές επιπτώσεις που συνεπάγεται μια τέτοια επιλογή.